ανάμνηση


ανάμνηση
η (AM ἀνάμνησις) [ἀναμιμνήσκω]
ανάκληση στη μνήμη, αναπόληση, ενθύμηση
νεοελλ.
1. αυτό που αναπολεί κανείς, που φέρνει στη μνήμη του
2. ενθύμιο, αναμνηστικό
3. στον πληθ. οι αναμνήσεις
τα απομνημονεύματα
μσν.
1. «ὁ ἐπὶ τῶν ἀναμνήσεων», αξιωματούχος στο Βυζάντιο, επιφορτισμένος να υπενθυμίζει στον αυτοκράτορα τα ονόματα πολιτών που διέπρεψαν, για να λάβουν τις πρέπουσες τιμές
2. τμήμα τής Θ. Λειτουργίας που έχει ως κέντρο τους ιδρυτικούς λόγους τού Χριστού τού μυστηρίου τής Θείας Ευχαριστίας
3. φρ. «εἰς ἀνάμνησιν λαμβάνω», φέρνω στον νου μου, σκέπτομαι
αρχ.
1. ανακεφαλαίωση
2. (για θυσίες) ενθύμηση υποσχέσεων (τάματος) στους θεούς
3. αναμνηστική θυσία
4. φρ. «ἀνάμνησίν τινος λαμβάνω», φέρνω στον νου μου, αναπολώ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανάμνηση — η 1. η επαναφορά στη μνήμη γεγονότων του παρελθόντος: Η γνωριμία μαζί σου είναι για μένα μια ωραία ανάμνηση. 2. το γεγονός που ξαναφέρνουμε στη μνήμη: Αναμνήσεις από τα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής. 3. ο πληθ., αναμνήσεις αντί… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανάμνηση — [анамниси] ουσ. Θ. воспоминание, память, (ιατρ.) анамнез …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀναμνήσῃ — ἀναμνήσηι , ἀνάμνησις calling to mind fem dat sg (epic) ἀναμιμνήσκω remind aor subj mid 2nd sg ἀναμιμνήσκω remind aor subj act 3rd sg ἀναμιμνήσκω remind fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάσχα — Μια από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές γιορτές της χριστιανοσύνης, η οποία γίνεται σε ανάμνηση του θανάτου και της Ανάστασης του Χριστού. Αρχικά ήταν εβραϊκή γιορτή (ο όρος προέρχεται από το εβραϊκό πεσάχ = διάβαση), που συνδεόταν με τη βιβλική… …   Dictionary of Greek

  • μνημείο — Κάθε τι και κυρίως κάθε κτίσμα στήλη, τύμβος κλπ. που προορίζεται να συμβολίσει μια ιδέα ή να τιμήσει και να διαιωνίσει τη μνήμη κάποιου σημαντικού γεγονότος ή προσώπου. Τα προϊστορικά ντόλμεν, οι πυραμίδες, οι τύμβοι, είναι μνημεία αυτού του… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Ρουμανία — Κράτος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνορεύει στα Β με την Ουκρανία, στα Δ με την Ουγγαρία και τη Σερβία, στα Ν με τη Βουλγαρία, ενώ στα Α βρέχεται από τη Μαύρη Θάλασσα.H Pουμανία ανήκει στην παραδουνάβια Eυρώπη κι εισχωρεί σαν σφήνα στο σλαβικό… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • ενθυμητικός — ή, ό και θυμητικός, ή, ό (Μ ἐνθυμητικός, ή, όν) [ενθυμώ ενθυμούμαι] 1. αυτός που έχει ισχυρή μνήμη, που έχει την ικανότητα να προκαλεί ανάμνηση ή να θυμάται, ο εύκολος στην ανάμνηση 2. το ουδ. ως ουσ. το ενθυμητικό(ν) μνήμη, μνημονικό, ευχέρεια… …   Dictionary of Greek

  • μνήμη — Όρος που υποδηλώνει τη χαρακτηριστική ιδιότητα του ανθρώπου και των ζώων να διατηρούν ίχνη (παραστάσεις) των εμπειριών τους. Γι’ αυτό η μ. εμπλέκεται στη διαδικασία της μάθησης. Η δραστηριότητα της μ. εξελίσσεται σε φάσεις που διαδέχονται η μια… …   Dictionary of Greek